Βηχ-βηχ. Αρρώστησα, την έβγαλα στο κρεβάτι, αλλά τωρά καλά, σχετικά. Να μπορέσω μόνο να πάω να τρέξω γιατί χαλάρωσα, προηγήθηκαν και κάτι ξένοι, τραπεζώματα, κάτι dinner dates, εκάμαμεν κωλογύρησην.
Στο κρεβάτι της αρρώστιας σκέφτηκα διάφορα. Για παράδειγμά, τί έκαμε ο Ξανθός Μάγος στην Ειρήνη Χαραλαμπίδου στο ζωντανό Ευχάριστο Σαββατόβραδο πριν καμιά εικοσαριά χρόνια κι αυτή ένοιωσε πολύ άβολα και πήγε σε διαφήμιση; Πάντως στο δημοτικό που πήγαινα κυκλοφόρησε η φήμη ότι της έβγαλε το βρακί διά (ξανθής) μαγείας. Τον Ξανθό Μάγο πήγα και τον είδα με κάτι ψευτοσυγγενείς γιατί η μάμμα μου δεν με έπερνε. Όταν έμπηγε την μαχαίρα στο χέρι του χωρίς να ματώσει ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα. Καλά, ήμουν 10 χρονών, εντυπωσιαζόμουν εύκολα. Anw. Τω καιρώ εκέινω η Χαραλαμπίδου ήταν η μόνη γκόμενα στην τηλεόραση, και οι συμμαθητές μου το έπαιζαν macho και βιλλάδες. Αλλά εγώ από τότε την έκρινα μόνο για το πάτημα του κουμπιού της με το σύρμα και την παρουσίαση των τυχερών που κέρδιζαν από 20 λίρες, το βρακί της το είχα χεσμένο. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να ήταν γι' αυτό που με έλεγαν "γεναικωτό" περιπαιχτικά αλλά και matter-of-factly, ενώ γενικά ήμουν αρκετά δημοφιλής, επειδή δεν με έκοφτε το βρακί της Χαραλαμπίδου. Οι συμμαθητές μου κατάλαβαν νωρίς, κι εγώ ενώ το ένιωθα από βρέφος ότι ήμουν γκέι - χωρίς να ξέρω τη λέξη ή τί σημαίνει - κατάφερα να το θάψω για ακόμα 10 χρόνια. (Πάντως αλίμονο αν μπλέξουμε τα μπούτια μας. Δεν είναι όλοι οι γκέι θηλυπρεπείς, και δεν είναι όλοι θηλυπρεπείς γκέι. Ή επιπόλαιοι, Μικελλίδη.] Πάντως στα δημοτικά το λεξιλόγιο άλλαξε, τώρα τους γκέι τους λεν Βαντζελήδες.) Και για να κλείσω το κεφάλαιο Χαραλαμπίδου, αναφέρω ότι γουστάρω την εκπομπή της γιατί ανοίγει δύσκολα ζητήματα, νεκατώνει κι αμφισβητεί, έστω κι αν έτσι όπως μιλά η εκπομπή θα έπρεπε αντί "Το Συζητάμε," να λέγεται "Το Τσιριλάμε."
Βηχ-βηχ ξανά, λες και θα βγει ο πνεύμονας περίπατο. Έφυγε κι ο Σαουθάφρικας με τα chikkia του. Μάνα μου ρε, αναγνωρίσαμε το κακό τάιμινγκ, φιλιθήκαμε και πολογιαστήκαμε. Αυτός θα έρχεται για διακοπές στο νησί της αγάπης, μπορεί να κάνουμε και λίγη αγάπη, κι εγώ σε 5-6 χρόνια μπορεί να καταφέρω να φυλάξω λεφτά για να επισκεφτώ το Γιοχάνεσμπουργκ να τρώω Boerewors. Φυσικά το πιθανότερον είναι ότι δεν θα ξαναβρεθούμε. Αλέκα Κανελλίδου πόσο δίκαιο είχες, κλαψ...
- Ως κοινωνικός και χωρκοϋρης πεθύμησα να γυρίσω να δω κόσμο και να ποθαυμάσω τριαντάρηδες. Με γοητεύουν οι συνομίληκοι, αυτοί που άρχίσαν να ωριμάζουν αλλά είναι, ακόμα, αγόρια, που έχουν καθαρό πρόσωπο αλλά και τις πρώτες αχνές ρυτίδες. Μ' αρέσουν κι αυτοί που οι κροτάφοι τους άρχισαν ν' ασπρίζουν λίγο. Ή που έχουν ψαρά μαλλιά και μάθκια γιαλλούρικα. ("Τα μάτια σου/ πράσινα νά' ναι ή μαβιά/ όνειρο και αποθυμιά/ αχ, τα μάτια σου…") Βασικά αναγνωρίζω στα ενηλικιωμένα πρόσωπα των αντρών που μ' αρέσουν την αρχή της παρακμής μας, την αρχή του θανάτου μας. Και στην φθορά του σώματος υπάρχει μόνο μια παρηγοριά: η χρήση του κάνοντας αγάπη. Oui, merci.
Showing posts with label Σαουθάφρικας. Show all posts
Showing posts with label Σαουθάφρικας. Show all posts
Monday, October 18, 2010
22. Μονογαμία, πάλε, και γεναικωτοί
Αρκέψαμεν… Με το που νιώθω λλίον άνετα με έναν σύντροφο πιάννει με η λλιοψυσιά και δυσπυρκώ. Θέλω αέρα, θέλω χρόνο, δεν ξέρω τί θέλω μαζί του, θέλω ανοιχτή σχέση. Πολυγαμική αλλά εξηγημένη. Πριν να κάνω σχέσεις νόμιζα ότι η απάτη, το τσαλαβούττημα, το ξενογαμείν, είναι δύσκολο, ότι πρέπει να προσπαθήσεις πολύ, ότι πρέπει να είσαι πολλά μαλάκας να το κάμνεις. Τελικά μάλλον είμαι πολλά μαλάκας γιατί ανακαλύπτω ότι υπάρχει μια φυσική ροπή των πραγμάτων προς τον δεσμό έξω από τον δεσμό, ένα πράμα όπως την βαρύτητα σχεδόν. Τίς πταίει, και τί να σημαίνει άραγε; Τόσα λεφτά σε ψυχολόγους και στην κυρία Γιαννούλλα που λαλεί τον καφέν και ξιμμαθκιάζει, και ακόμα έχουμε τα ίδια ερωτήματα. Αβυσσαλέα η ψυχή του ανθρώπου.
Σκέφτομαι τί να του πω, εάν θα του πω, του φίλου του καινούργιου που το Σαουθάφρικα που θέλει τον άντρα να "eshei villo and two chikkia," όπως μου έγραψε μια μέρα. Κι ενώ είναι νωρίς, κι αυτός σε λίγο επιστρέφει στο Joburg, εγώ αναλογίζομαι την "ανοιχτή σχέση" και αυτός μου γράφει ποιήματα και μου τα στέλνει με email. (Κόμα εν τον είδαμεν τζιαι Γιάννην τον εφκάλαμεν. Κι οι δύο.)
Για παν ενδεχόμενο ετοιμάζω talking points για την "ανοιχτή" σχέση, την πολυγαμία και τις προϋυποθέσεις:
1. πάντα, μα πάντα, με προφυλακτικό.
2. αν κάποια στιγμή αλλάξει οτιδήποτε μεταξύ μας, περνάμε καλύτερα με τον άλλο και νιώθουμε ότι αυτό που ονομάζουμε σχέση πάει για διάλυση, το λέμε αμέσως και δεν αφήνουμε να εξελιχθεί σ’ένα ντε φάκτο κεράτωμα. Θα ήταν παμπέσικο (για να μην πω "πούστικο", γιατί μετά θα μου γράψετε πάλι και θα μου πείτε γιατί να τη χρησιμοποιώ εγώ την έκφραση και να μην αφήνω τους άλλους. Επειδή, όμως, εγώ είμαι πούστης συνηδειτοποιημένος, αυτό που κάποιοι έχουν για βρισιά εγώ το επανακτώ και τον κάνω δικό μου όρο ενδυνάμωσης. Πας μη-πούστης ας το αφήσει καλύτερα, αφού οι καιροί είναι δύσκολοι για αυτούς με μη-συμβατική σεξουαλικότητα ή ταυτότητα κοινωνικού φύλου). Πού ήμουν;
3. δεν επενδύουμε συναισθηματικά στα sexdates. Ούτε γλυκόλογα, έστω και ψεύτικα γιατί μετά γίνονται φτηνά και τα μεταξύ μας (έστω κι αν φκάλλω τσούννες αν ακούσω τίποτε ‘ρομαντικό’).
4. ποτέ, μα ποτέ, δεν μιλούμε μεταξύ μας για τα sexdates, με ποιόν ή ποιούς, πόσες φορές, ποιές στάσεις και πόση την έχουν. Ποτέ όμως.
Σηκώνει σκέψη το θέμα. Μούμπλε - μούμπλε.
Εν τω μεταξύ, "Οι Γεναικωτοί Κύπριοι;" (Πολίτης, 26/9/2010). What the fuck Μικελλίδη μου, what the fuck?! Στο κείμενο δεν μιλάς καθόλου για γεναικωτούς, αλλά για πολλούς μαλακισμένους, άρα χρησιμοποιείς τον όρο "γεναικωτοί" σαν να ήθελες να πεις "μαλθακοί και μαλακισμένοι." Thanks. Τουλάχιστον γράψε για τις μαλακίες των γεναικωτών. Αλόγιστη χρήση και συνέχιση στερεότυπου.Τουλάχιστον κάποιος κριτικά σκεφτόμενος σαν κι εσένα μπορεί να αναλογιστεί το κίνδυνο (περαιτέρω) δαιμονοποίησης, κακοποίησης και περιγέλου των "γεναικωτών", μιας ευάλωτης, ορατής ομάδας. Τέττε, Μικελλίδη. Αχχά.
Σκέφτομαι τί να του πω, εάν θα του πω, του φίλου του καινούργιου που το Σαουθάφρικα που θέλει τον άντρα να "eshei villo and two chikkia," όπως μου έγραψε μια μέρα. Κι ενώ είναι νωρίς, κι αυτός σε λίγο επιστρέφει στο Joburg, εγώ αναλογίζομαι την "ανοιχτή σχέση" και αυτός μου γράφει ποιήματα και μου τα στέλνει με email. (Κόμα εν τον είδαμεν τζιαι Γιάννην τον εφκάλαμεν. Κι οι δύο.)
Για παν ενδεχόμενο ετοιμάζω talking points για την "ανοιχτή" σχέση, την πολυγαμία και τις προϋυποθέσεις:
1. πάντα, μα πάντα, με προφυλακτικό.
2. αν κάποια στιγμή αλλάξει οτιδήποτε μεταξύ μας, περνάμε καλύτερα με τον άλλο και νιώθουμε ότι αυτό που ονομάζουμε σχέση πάει για διάλυση, το λέμε αμέσως και δεν αφήνουμε να εξελιχθεί σ’ένα ντε φάκτο κεράτωμα. Θα ήταν παμπέσικο (για να μην πω "πούστικο", γιατί μετά θα μου γράψετε πάλι και θα μου πείτε γιατί να τη χρησιμοποιώ εγώ την έκφραση και να μην αφήνω τους άλλους. Επειδή, όμως, εγώ είμαι πούστης συνηδειτοποιημένος, αυτό που κάποιοι έχουν για βρισιά εγώ το επανακτώ και τον κάνω δικό μου όρο ενδυνάμωσης. Πας μη-πούστης ας το αφήσει καλύτερα, αφού οι καιροί είναι δύσκολοι για αυτούς με μη-συμβατική σεξουαλικότητα ή ταυτότητα κοινωνικού φύλου). Πού ήμουν;
3. δεν επενδύουμε συναισθηματικά στα sexdates. Ούτε γλυκόλογα, έστω και ψεύτικα γιατί μετά γίνονται φτηνά και τα μεταξύ μας (έστω κι αν φκάλλω τσούννες αν ακούσω τίποτε ‘ρομαντικό’).
4. ποτέ, μα ποτέ, δεν μιλούμε μεταξύ μας για τα sexdates, με ποιόν ή ποιούς, πόσες φορές, ποιές στάσεις και πόση την έχουν. Ποτέ όμως.
Σηκώνει σκέψη το θέμα. Μούμπλε - μούμπλε.
Εν τω μεταξύ, "Οι Γεναικωτοί Κύπριοι;" (Πολίτης, 26/9/2010). What the fuck Μικελλίδη μου, what the fuck?! Στο κείμενο δεν μιλάς καθόλου για γεναικωτούς, αλλά για πολλούς μαλακισμένους, άρα χρησιμοποιείς τον όρο "γεναικωτοί" σαν να ήθελες να πεις "μαλθακοί και μαλακισμένοι." Thanks. Τουλάχιστον γράψε για τις μαλακίες των γεναικωτών. Αλόγιστη χρήση και συνέχιση στερεότυπου.Τουλάχιστον κάποιος κριτικά σκεφτόμενος σαν κι εσένα μπορεί να αναλογιστεί το κίνδυνο (περαιτέρω) δαιμονοποίησης, κακοποίησης και περιγέλου των "γεναικωτών", μιας ευάλωτης, ορατής ομάδας. Τέττε, Μικελλίδη. Αχχά.
21. Γειτονιά κι ο νέος φίλος
Λοιπόν. Κείμενο περιπατητικό (σίγουρα όχι του φιλοσοφικού είδους).
Είμαι με το σώβρακο και το lap top στο κρεβάτι μου, όπως συνήθως. Διερωτούμε αν αυτό χρωματίζει αυτά που γράφω, η νωχελική μου στάση στο κρεβάτι της χαράς, αν με προδιαθέτει προς το ερωτικότερον. Όταν αγοράσω και καρέκλες θα δω αν υπάρχει διαφορά.
Οι διπλανοί είναι σε γερή φόρμα. Διεξάγουν τον καθημερινό τους καυγά οικογενειακώς, μάνα και ενήλικα παιδιά εναντίον αλκοολικού πατέρα. Όσο δεν δέρνονται πάλι καλά, αλλά ακούω απίστευτες βρισιές. Τα 6χρονα της γειτονιάς έχουν ήδη πάει για ύπνο αφού έτρεξαν, έπαιξαν, μάλλωσαν και μετά έφαγαν ξύλο από τους γονείς τους, μ' αυτή τη σειρά. Η γιαγιά από απέναντι δεν αμέλησε να καπνίσει την γειτονιά με το καπνιστήρι κατά το σούρουπο, ενώ ερχόταν πίσω ένας μιτσής με μιαν πελλομοτόρα και μας κούφανε. Τον είδα τις προάλλες στην πεζίνα. Για κανένα δεκάλεπτο έβαζε κι έβγαζε αέρα απ' τα λάστιχα της κόκκινης πελλομοτόρας, μετά κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι για να φτιάξει το μαλλί, έβαλε το σταυρό του, την καβαλίκεψε, τη φίλησε στο ντεπόζιτο και έφυγε. Κράνος, ποιό κράνος; Βγαίνοντας στο δρόμο εστήλλωσε την μοτόρα για 20 δευτερόλεπτα. Μόνο στην Κύπρο. (Και σε κείνο το έργο με την Cher που είχε το γιο με το παραμορφωμένο πρόσωπο. Πάντως τον τζιαιρό της, πριν το Όσκαρ, είχε πει ωραία τραγούδια, όπως το Bang Bang που, ναι, είπε μετά πιο καλά η Nancy Sinatra.) Ο Fast and the Furious της Λακατάμιας. Πρόσεχε, οργισμένο νιάτο του συνοικισμού γιατί αν φατσίσεις, χτύπα ξύλο, δεν θα πεις μανά.
Είχα μια ωραία βδομάδα. Μετά που βιάστηκα να γράψω για το φθινόπωρο την περασμένη φορά, έκρουσεν μας πάλε. Αλλά πολλά σπουδαίος καιρός για θάλασσα. Την Κυριακή σηκωστήκαμε με το νέο φίλο απ' το μονό του κρεβάτι, ποκνιαστήκαμε, φάγαμε αλμυρά χτεσινά, και πήγαμε θάλασσα δια να λιαστούμε και να ρομαντζάρομεν ολίγον. Όμορφα, ήσυχα, εφημερίδες, αγώνας ως την σημαδούρα, καλαμάρι ροδέλλα, γλυκό σερβιτοράκι, να με πιάνει ο νέος φίλος να το χαζεύω και να χαμογελά, ξέρει, καταλαβαίνει, είναι συνομήλικος και συνοδοιπόρος. Χαρούλα Αλεξίου στο αυτοκίνητο, σίταρος στην επιστροφή να κολλά στα δόντια, φιλιά στη ζούλα. Ένα φεγγάρι που ζει μια βραδιά κι ένα πικρό έχε γεια; Θα δείξει.
Και μετά μεσοβδόμαδα ένας ωραίος περίπατος στην πόλη με την φίλη την παλαιότερη την καλλύτερη με την πανσέληνο (όχι του Αντένα), μόνοι μας για να πούμε τα δικά μας, που βασικά δεν χρειάζεται να τα πούμε γιατί τα ξέρουμε, μόνο οι λεπτομέρειες αλλάζουν κάθε φορά. Γελάσαμε με το πού είμαστε, ποιοί γίναμε, πού καταντήσαμε. Ήπιαμε και το τσάι μας, στανιάραμε. Καταλήγει και μου λέει "μεν παντρευτείς ποττέ σου." Μα εγώ θέλω παιδιά, πως θα γίνει ύστερα; Και πιάσαμε το δρόμο προς το parking.
(Εκείνη η συζήτηση για το σύμφωνο συμβίωσης τί έγινε τελικά, που μείναμε; Το πήραμε; Πού μπορώ να αποταθώ για να επισπεύσω τις διαδικασίες υιοθεσίας; Χρειάζομαι πιστοποιητικό από τον μουχτάρη για surrogate μητέρα; Μήπως σεληνιάζομε;)
Είμαι με το σώβρακο και το lap top στο κρεβάτι μου, όπως συνήθως. Διερωτούμε αν αυτό χρωματίζει αυτά που γράφω, η νωχελική μου στάση στο κρεβάτι της χαράς, αν με προδιαθέτει προς το ερωτικότερον. Όταν αγοράσω και καρέκλες θα δω αν υπάρχει διαφορά.
Οι διπλανοί είναι σε γερή φόρμα. Διεξάγουν τον καθημερινό τους καυγά οικογενειακώς, μάνα και ενήλικα παιδιά εναντίον αλκοολικού πατέρα. Όσο δεν δέρνονται πάλι καλά, αλλά ακούω απίστευτες βρισιές. Τα 6χρονα της γειτονιάς έχουν ήδη πάει για ύπνο αφού έτρεξαν, έπαιξαν, μάλλωσαν και μετά έφαγαν ξύλο από τους γονείς τους, μ' αυτή τη σειρά. Η γιαγιά από απέναντι δεν αμέλησε να καπνίσει την γειτονιά με το καπνιστήρι κατά το σούρουπο, ενώ ερχόταν πίσω ένας μιτσής με μιαν πελλομοτόρα και μας κούφανε. Τον είδα τις προάλλες στην πεζίνα. Για κανένα δεκάλεπτο έβαζε κι έβγαζε αέρα απ' τα λάστιχα της κόκκινης πελλομοτόρας, μετά κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι για να φτιάξει το μαλλί, έβαλε το σταυρό του, την καβαλίκεψε, τη φίλησε στο ντεπόζιτο και έφυγε. Κράνος, ποιό κράνος; Βγαίνοντας στο δρόμο εστήλλωσε την μοτόρα για 20 δευτερόλεπτα. Μόνο στην Κύπρο. (Και σε κείνο το έργο με την Cher που είχε το γιο με το παραμορφωμένο πρόσωπο. Πάντως τον τζιαιρό της, πριν το Όσκαρ, είχε πει ωραία τραγούδια, όπως το Bang Bang που, ναι, είπε μετά πιο καλά η Nancy Sinatra.) Ο Fast and the Furious της Λακατάμιας. Πρόσεχε, οργισμένο νιάτο του συνοικισμού γιατί αν φατσίσεις, χτύπα ξύλο, δεν θα πεις μανά.
Είχα μια ωραία βδομάδα. Μετά που βιάστηκα να γράψω για το φθινόπωρο την περασμένη φορά, έκρουσεν μας πάλε. Αλλά πολλά σπουδαίος καιρός για θάλασσα. Την Κυριακή σηκωστήκαμε με το νέο φίλο απ' το μονό του κρεβάτι, ποκνιαστήκαμε, φάγαμε αλμυρά χτεσινά, και πήγαμε θάλασσα δια να λιαστούμε και να ρομαντζάρομεν ολίγον. Όμορφα, ήσυχα, εφημερίδες, αγώνας ως την σημαδούρα, καλαμάρι ροδέλλα, γλυκό σερβιτοράκι, να με πιάνει ο νέος φίλος να το χαζεύω και να χαμογελά, ξέρει, καταλαβαίνει, είναι συνομήλικος και συνοδοιπόρος. Χαρούλα Αλεξίου στο αυτοκίνητο, σίταρος στην επιστροφή να κολλά στα δόντια, φιλιά στη ζούλα. Ένα φεγγάρι που ζει μια βραδιά κι ένα πικρό έχε γεια; Θα δείξει.
Και μετά μεσοβδόμαδα ένας ωραίος περίπατος στην πόλη με την φίλη την παλαιότερη την καλλύτερη με την πανσέληνο (όχι του Αντένα), μόνοι μας για να πούμε τα δικά μας, που βασικά δεν χρειάζεται να τα πούμε γιατί τα ξέρουμε, μόνο οι λεπτομέρειες αλλάζουν κάθε φορά. Γελάσαμε με το πού είμαστε, ποιοί γίναμε, πού καταντήσαμε. Ήπιαμε και το τσάι μας, στανιάραμε. Καταλήγει και μου λέει "μεν παντρευτείς ποττέ σου." Μα εγώ θέλω παιδιά, πως θα γίνει ύστερα; Και πιάσαμε το δρόμο προς το parking.
(Εκείνη η συζήτηση για το σύμφωνο συμβίωσης τί έγινε τελικά, που μείναμε; Το πήραμε; Πού μπορώ να αποταθώ για να επισπεύσω τις διαδικασίες υιοθεσίας; Χρειάζομαι πιστοποιητικό από τον μουχτάρη για surrogate μητέρα; Μήπως σεληνιάζομε;)
Labels:
Αλεξίου,
θάλασσα,
πελλομοτόρα,
Σαουθάφρικας,
σεξ
20. Σεπτέβρης και Σαουθάφρικας
Μπήκε κι ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας. Τί μπήκε, σχεδόν βγήκε. Έπεσε κι η θερμοκρασία, μην τρελενόμαστε όμως, ακόμα πυρώνουμε.
Ταξίδια σε καθημερινή στον Πρωταρά, μπάνια το απόγευμα, μπιρίμπα για λίγες ώρες, μπάνιο το βράδυ, λάδι, τίτσιροι, ήσυχα, το κύμα να παφλάζει. Τα αστέρια ολόλαμπα, σαμπώς κι είσαι παιδί, πιάνεις την εφημερίδα του παπά, βγάζεις τρυπίτσες με καρφίτσα, την κρατάς μπροστά σου και κοιτάς προς την λάμπα. Ολόλαμπα.
Σεπτέμβρης και σταφύλι αμπελίσιμο, μαύρο, να το τρως με το χαλλούμι το πρωί. Ή το χαλλούμι με σύκα. Αναμονή για ππαλουζέ με καρύδια. Αναμονή για τα ρόδια τα πολλά, να τα καθαρίζεις τρία τρία και να τα τρως με το κουταλάκι και τα χέρια σου ολόμαυρα μα να μην σε κόφτει.
Και το πρώτο πραγματικό σεπτεμβριανό ηλιοβασίλεμα ψηλά στο διαμέρισμα του νέου φίλου, στο λόφο. Στο ευήλιο, ευάερο, ευρύχωρο μονάρι με δυο μπαλκόνια που βλέπει τη μισή Λευκωσία, βλέπει τον Πενταδάκτυλο, τα λίγα σύννεφα, τον ήλιο να πέφτει δίπλα, τα λίγα μωβ, τα κόκκινα. Σιγά σιγά να χάνεται κι η ευκρίνεια, να μεγαλώνει ο γκρίζος μωβ κόκκος παλιάς φωτογραφίας. Κι εγώ μαζί με το φίλο χωρίς λόγια, αιφνιδιασμένοι απ' την σκοτεινή απλότητα του Πενταδακτύλου με την kitch σημαία να χάσκει. Ο φίλος να μου πιάνει το χέρι, να χαμογελά, να μ' ευχαριστεί χωρίς λόγια για τις προηγούμενες στιγμές κουβαριασμένων ρούχων. Και μένα να με πιάνει μια διάθεση ημιχειμωνιάτικη, μια διάθεση για σόλο κιθάρας ηλεκτρικής από πλανόδιο μουσικό με φορητό amplifier στον υπόγειο της Νέας Υόρκης, για ένα μπλουζ της Κυριακής, έστω κι αν είναι Τρίτη, έστω κι αν είμαι Λευκωσία, έστω κι αν είναι η Γλυκερία δίπλα, ώσπου να γίνουνε άγγελοι να βγάλουνε φτερά. Ο φίλος αγναντεύει, χαμογελά, έχει και τα γενέθλιά του αύριο. Τί όμορφα που είναι τα αγόρια όταν είναι ξεθυμασμένα. Με τίποτε, πια, να αποδείξουν και τίποτε να αρνηθούν. Το αέρι να φυσά, να παφλάζει τα κυματιστά του τα μαλλιά, σχεδόν κρύο. Το φθινόπωρο της Κύπρου, ένα δείλι.
Παλιοπενταδάκτυλε, οπτικό εμπόδιο, παλιοσύμβολο στο μαθητικό τετράδιο δημοτικού, πάντα πρέπει να σε 'χουμε καρτζίν μας. Οι εξελίξεις πάλι τρέχουν το φθινόπωρο, η καμπή είναι και πάλι εξαιρετικά κρίσιμη, το θέμα να με κρούζει αλλά να φοβάμαι να ξαναπληγωθώ, σαν κάποιος που ερωτεύτηκε. Αφού διαβάζω στην εφημερίδα τις δηλώσεις του κάθε Ομήρου και νεκατσιώ. Βαρέθηκα τους γελοίους που κατάφεραν να επιπλεύσουν στην πολιτική κάνοντας όλα τα άλλα σκατά. "Δεν ξεχνώ" προστάζουν. "Δεν μας χέζεται, λέω 'γω;" θ’ απαντώ. Ο φίλος καταλαβαίνει ότι είμαι αλλού, με ρωτά, αλλά πού να του λέω, πού να καταλάβει, μεγάλωσε στο εξωτερικό. "Τίποτε," του λέω, "θυμήθηκα ένα τραγούδι του Jeff Buckley που πάει με τον Σεπτέμβρη." Ησυχία. "Να σου το πω;"
Ταξίδια σε καθημερινή στον Πρωταρά, μπάνια το απόγευμα, μπιρίμπα για λίγες ώρες, μπάνιο το βράδυ, λάδι, τίτσιροι, ήσυχα, το κύμα να παφλάζει. Τα αστέρια ολόλαμπα, σαμπώς κι είσαι παιδί, πιάνεις την εφημερίδα του παπά, βγάζεις τρυπίτσες με καρφίτσα, την κρατάς μπροστά σου και κοιτάς προς την λάμπα. Ολόλαμπα.
Σεπτέμβρης και σταφύλι αμπελίσιμο, μαύρο, να το τρως με το χαλλούμι το πρωί. Ή το χαλλούμι με σύκα. Αναμονή για ππαλουζέ με καρύδια. Αναμονή για τα ρόδια τα πολλά, να τα καθαρίζεις τρία τρία και να τα τρως με το κουταλάκι και τα χέρια σου ολόμαυρα μα να μην σε κόφτει.
Και το πρώτο πραγματικό σεπτεμβριανό ηλιοβασίλεμα ψηλά στο διαμέρισμα του νέου φίλου, στο λόφο. Στο ευήλιο, ευάερο, ευρύχωρο μονάρι με δυο μπαλκόνια που βλέπει τη μισή Λευκωσία, βλέπει τον Πενταδάκτυλο, τα λίγα σύννεφα, τον ήλιο να πέφτει δίπλα, τα λίγα μωβ, τα κόκκινα. Σιγά σιγά να χάνεται κι η ευκρίνεια, να μεγαλώνει ο γκρίζος μωβ κόκκος παλιάς φωτογραφίας. Κι εγώ μαζί με το φίλο χωρίς λόγια, αιφνιδιασμένοι απ' την σκοτεινή απλότητα του Πενταδακτύλου με την kitch σημαία να χάσκει. Ο φίλος να μου πιάνει το χέρι, να χαμογελά, να μ' ευχαριστεί χωρίς λόγια για τις προηγούμενες στιγμές κουβαριασμένων ρούχων. Και μένα να με πιάνει μια διάθεση ημιχειμωνιάτικη, μια διάθεση για σόλο κιθάρας ηλεκτρικής από πλανόδιο μουσικό με φορητό amplifier στον υπόγειο της Νέας Υόρκης, για ένα μπλουζ της Κυριακής, έστω κι αν είναι Τρίτη, έστω κι αν είμαι Λευκωσία, έστω κι αν είναι η Γλυκερία δίπλα, ώσπου να γίνουνε άγγελοι να βγάλουνε φτερά. Ο φίλος αγναντεύει, χαμογελά, έχει και τα γενέθλιά του αύριο. Τί όμορφα που είναι τα αγόρια όταν είναι ξεθυμασμένα. Με τίποτε, πια, να αποδείξουν και τίποτε να αρνηθούν. Το αέρι να φυσά, να παφλάζει τα κυματιστά του τα μαλλιά, σχεδόν κρύο. Το φθινόπωρο της Κύπρου, ένα δείλι.
Παλιοπενταδάκτυλε, οπτικό εμπόδιο, παλιοσύμβολο στο μαθητικό τετράδιο δημοτικού, πάντα πρέπει να σε 'χουμε καρτζίν μας. Οι εξελίξεις πάλι τρέχουν το φθινόπωρο, η καμπή είναι και πάλι εξαιρετικά κρίσιμη, το θέμα να με κρούζει αλλά να φοβάμαι να ξαναπληγωθώ, σαν κάποιος που ερωτεύτηκε. Αφού διαβάζω στην εφημερίδα τις δηλώσεις του κάθε Ομήρου και νεκατσιώ. Βαρέθηκα τους γελοίους που κατάφεραν να επιπλεύσουν στην πολιτική κάνοντας όλα τα άλλα σκατά. "Δεν ξεχνώ" προστάζουν. "Δεν μας χέζεται, λέω 'γω;" θ’ απαντώ. Ο φίλος καταλαβαίνει ότι είμαι αλλού, με ρωτά, αλλά πού να του λέω, πού να καταλάβει, μεγάλωσε στο εξωτερικό. "Τίποτε," του λέω, "θυμήθηκα ένα τραγούδι του Jeff Buckley που πάει με τον Σεπτέμβρη." Ησυχία. "Να σου το πω;"
Labels:
gay cyprus,
γκέι,
κυπριακό,
Λευκωσία,
Σαουθάφρικας,
Σεπτέμβρης
Subscribe to:
Posts (Atom)